Οι παππούδες μας πρόσφυγες, οι γονείς μας μετανάστες, εμείς;

Μαρτίου 9, 2011 at 10:05 μμ (Uncategorized)

Απεργία πείνας 300 μεταναστών χωρίς χαρτιά από τις 25 Ιανουαρίου

Αθήνα Υπατία – Θεσσαλονίκη Εργατικό Κέντρο

9 Μαρτίου, 44η μέρα απεργίας πείνας

«Το 903 [1903] αποφάσισα κ’ εγώ να ξενιτευτώ. […] Το πλοίο θα έφευγε από Πάτρα για Νέα Ορλεάνη […] Ήμαστουν κοντά τρεις χιλιάδες από διάφορες φυλές: Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Τούρκοι, Ρώσοι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Αυστριακοί […] [το πλοίο] έγερνε και στα πλάγια. Τεντωνόμασταν χάμω και πίναμε το νερό της θάλασσας όταν ήταν γαλανή. Όταν ήταν καιρός μαύρος φίδια μας έτρωγαν. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο […] Μας έδιναν κάτι ρέγγες με σκουλήκια, χαλασμένες […] Ζούσαμε μέσα σ’ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα από πάνω ουρανός. Έπειτα άρχισε να κοχλάζει η ψείρα […]

Σε τρεις μέρες καινούρια επιτροπή, ανώτερη. Έβαλαν μπροστά και μας εξέταζαν από την αρχή. Μας όρκισαν ότι ποτέ η κυβέρνηση δεν επιτρέπει σε αρρώστους, κλέφτες και εγκληματίες να πατήσουν αμερικάνικο έδαφος. Τότε πήραμε απόφαση ότι μας γυρίζουν πίσω […]

Μ’ έκλεισαν στο μπουντρούμι με τους εξήντα άλλους, διάφορες φυλές […] Σκεβόμουν να το σκάσω. Είχα τριάντα δολάρια […] Είχα χαλάσει πέντε, τα άλλα τα είχα στον κόρφο μου […]

Κουβέντα δεν ήξερα […] “Πού θέλετε να πάτε; Στο Σικάγο. Πόσος είναι ο ναύλος; Ρωτάω. Είκοσι έξι δολλάρια. Εγώ είχα είκοσι τέσσερα. […] Ποιο άλλο μέρος είναι κοντύτερα; Είναι το Σανλούις. […] Δεκαέξι δολλάρια. Εκεί θα πάμε”»

Έλληνας μετανάστης στις ΗΠΑ[1]

«Το παιδί ήταν τριών χρονών και είχε πρόβλημα […] Μου λέει μια νοσοκόμα […] Τι κάνετε εδώ; Έχεις τη μαμά σου στην Αθήνα, έχουν πάει πολλά παιδιά εκεί και κάνουνε θεραπεία και είναι μια χαρά […]

Όταν είπαμε ότι θα πάμε στην Ελλάδα, λέω: πω! πω! Θα πάμε έξω, πώς θα είναι έξω; Ένα όνειρο, που τελικά έγινε πραγματικότητα […]

Δεν ξέραμε τίποτα, ούτε πού πάμε, ούτε καλημέρα, ούτε μία λέξη, τίποτα, τίποτα, τίποτα […] ήρθαμε μέχρι την Ομόνοια […] εκεί που είναι οι σκάλες. Περιμέναμε εκεί με τις τσάντες που είχαμε κι ήταν 6 το πρωί. Αισθάνθηκα μόνη, σαν μην υπήρχε κανείς άλλος στον κόσμο εκτός από μένα, τον Οδυσσέα και τα παιδιά […] [Σκεφτόμουν]: Τι θέλω εδώ, σε μια ξένη χώρα; Και δεν ξέρω ούτε να μιλάω, πού θα πάμε; Ούτε σπίτι ούτε δουλειά, τίποτα, τίποτα, τίποτα. Εντελώς μόνοι».

Αλβανίδα μετανάστρια στην Ελλάδα[2]

Είναι να απορεί κανείς για το γιατί δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την κατάσταση των μεταναστών στην Ελλάδα. Εμείς που, σαν λαός, επί έναν αιώνα βρισκόμασταν στην ίδια θέση μ’ αυτούς, αναγκασμένοι από τη φτώχια ή τον εμφύλιο να μεταναστεύουμε στην Αμερική, τη Γερμανία ή την Αυστραλία, για ένα κομμάτι ψωμί για μας κι ένα έμβασμα στην Ελλάδα, την πατρίδα, για τους γονείς και τ’ αδέρφια που είχαν μείνει πίσω. Για τις ελεύθερες αδερφές που έπρεπε να προικιστούν ή τους μικρούς αδερφούς που έπρεπε να σπουδάσουν. Για να έχουν οι δικοί μας άνθρωποι ένα καλύτερο μέλλον από μας που βρεθήκαμε να δουλεύουμε στην ξενιτιά ή να επιβιβαζόμαστε σε πλοία για να κάνουμε ένα γάμο με προξενιό σε ξένες χώρες. Δουλεύοντας, με την ελπίδα να γυρίσουμε κάποτε πίσω έχοντας τη δυνατότητα, μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς, σε άθλιες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης, μετά από αμέτρητες ταπεινώσεις κι εξευτελισμούς, σε γλώσσες που δεν καταλαβαίναμε, από αφεντικά που δε μας καταλάβαιναν, να στήσουμε ένα αξιοπρεπές «σπιτικό» και μια «δουλίτσα» στον τόπο μας.

Δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε έναν κόσμο, το δικό μας, που, αν καταφέραμε να επιβιώσουμε σε δύσκολες εποχές, το καταφέραμε διαλύοντας αναγκαστικά τις οικογένειές μας και την κοινωνική συνοχή των τόπων καταγωγής μας. Μιας χώρας που, αν οδηγήθηκε κάποια στιγμή στην ανάπτυξη, αυτό έγινε με τη θυσία του εργατικού δυναμικού της στις τότε βιομηχανικά-καπιταλιστικά αναπτυγμένες χώρες. Δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε την κατάσταση των γονιών μας, των θείων μας, των γειτόνων ή των συγχωριανών μας. Ένα κομμάτι του ίδιου μας του εαυτού τελικά.

Αυτό υπήρξαμε. Κι αυτό είναι άλλοι σήμερα.

Κι ίσως θα’ ναι πάντα κάποιοι. Κι αύριο πάλι εμείς ή –πόσο μάλλον- τα παιδιά μας. Σε μια χώρα καταδικασμένη να υπάγεται στις εντολές του ΔΝΤ και των «δημοσιονομικών αναγκών», όπως αυτές ερμηνεύονται από κάποιους που έχουν την εγχώρια εξουσία.

Το να επιτρέψουμε, ή το να επιβάλλουμε, οι σημερινοί μετανάστες στην Ελλάδα της –πρώην- ευημερίας να έχουν φωνή και δικαιώματα, αποτελεί τιμή στη γενιά των γονιών μας, στους δικούς μας –πρώην- μετανάστες. Αποτελεί και μια παρακαταθήκη για τη γενιά των παιδιών μας, τους δικούς μας –αυριανούς- μετανάστες στις –πιο- αναπτυγμένες και εκτός κρίσης χώρες.

Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω
έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω.
Μου γράφει η γιαγιά τους πως ρωτάνε
τα τρένα που ‘ναι στο σταθμό πού πάνε[3]

Ανακοίνωση των 300 Μεταναστών Απεργών Πείνας

7 Μαρτίου 2011, 42η ημέρα απεργίας πείνας

«Σήμερα  το πρωί “επισκέφθηκε” την Υπατία 3 φορές ο εκπρόσωπος της διοίκησης των νοσοκομείων, κ. Μουσιώνης […] Ήρθε για να μεταφέρει το αίτημα της κυβέρνησης να μεταφερθούν όλοι οι απεργοί στα νοσοκομεία και να αφήσουν τον τόπο του αγώνα τους. Απεργοί εκπρόσωποί μας του απάντησαν ότι αν ήρθε να μας πει ότι η γενναιόδωρη κυβέρνηση μπορεί να μας παραχωρήσει κρεβάτι νοσοκομείου για να πεθάνουμε, να της πει ότι ο αγώνας είναι αγώνας, ακόμα κι όταν ο θάνατος παραφυλάει. Αυτό σημαίνει ότι στα νοσοκομεία πάμε μόνο και μόνο επειδή αυτοί που τον έστειλαν συνεχίζουν να μας κλέβουν την αξιοπρέπεια, με αποτέλεσμα να καταρρέουμε. Αν νοιάζονται για την υγεία μας, να ικανοποιήσουν τα αιτήματά μας, για να μπορέσουμε να ξαναγυρίσουμε στα σπίτια και στις δουλείες μας […] Επιμένουμε να συνεχίζουμε τον αγώνα μας μέχρι να φτάσουμε τον στόχο μας […] στην εκπλήρωση συγκεκριμένων αιτημάτων, τα βασικότερα των οποίων, έχουν προσυπογράψει η ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, καθώς και πολλοί άλλοι φορείς που μας συμπαρίσταται από όλη την Ελλάδα […] [και] χιλιάδες άλλοι φορείς, σωματεία, οργανώσεις και συλλογικότητες σε ολόκληρο τον πλανήτη:

Έκδοση άδειας παραμονής κατά το άρθρο 21 παρ.4 του Ν 3907/2011

Επανεξέταση και απόδοση άδειας διαμονής σε όσους εξέπεσαν από τη νομιμοποίηση του παρά την ύπαρξη ουσιαστικών όρων σε συνδυασμό με μείωση ή αποσύνδεση σε περίοδο οικονομικής κρίσης της άδειας παραμονής από ένσημα

Μείωση του προαπαιτούμενου χρόνου παραμονής των χωρίς χαρτιά σε 5ετία (από 12ετία) για την έκδοση ειδικής άδειας διαμονής του νέου άρθρου 44 του Ν 3386/05

Χορήγηση άδειας παραμονής σε όσους απορρίφθηκαν οι αιτήσεις τους κατά την τελευταία νομιμοποίηση του 2005».

«Πρόκειται για ανθρώπους που έζησαν και εργάστηκαν στην Ελλάδα έως και για επτά χρόνια. Μάζεψαν ελιές και πορτοκάλια, φρόντισαν τους γέροντες και τους ασθενείς, εργάστηκαν στα γιαπιά και τις δενδροφυτείες για λιγότερο από τον κατώτατο μισθό. Μετά από χρόνια εκμετάλλευσης και εξευτελισμού, τώρα τους λένε ότι δεν είναι πλέον επιθυμητοί εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. Πρέπει να πάνε πίσω εθελοντικά ή θα απελαθούν. Οι μετανάστες είναι διπλά θύματα της ανάπτυξης και της κρίσης στην Ελλάδα. Τώρα θεωρείται ότι δε χρειάζονται, περισσεύουν, σαν σκουπίδια, για πέταμα.

Τι θέλουν οι απεργοί πείνας; Να κάνουν τους Έλληνες να δώσουν σημασία στην ταπεινή τους ύπαρξη, να ζητήσουν βασικές εργασιακές προστασίες, και στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης. Ζητούν τουλάχιστον την αναγνώριση ότι ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα αλλά τυγχάνουν χειρότερης συμπεριφοράς κι από κατάδικους σε καταναγκαστικά έργα […] Πρόκειται για ανθρώπους που τιμωρούνται όχι για αυτό που έκαναν (εγκληματικότητα ή παρανομία) αλλά για αυτό που είναι [….]

Οι μετανάστες μαρτυρούν για την ύπαρξη υψηλότερων αληθειών από αυτή της ζωής, δηλώνουν πως τη ζωή αξίζει να τη ζεις αν αξίζει και να πεθάνεις για αυτή […] Η αλήθεια που σε προσωπικό επίπεδο υπερασπίζονται οι απεργοί πείνας είναι η αξιοπρέπεια – αυτό που καθιστά τον κάθε άνθρωπο μοναδικό […]

Το ότι διαμαρτύρονται ενάντια στη χειρότερη αδικία και κακομεταχείριση, το ότι ζητούν να τους δούμε, να τους ακούσουμε και να τους αναγνωρίσουμε στον ελάχιστο βαθμό, ακόμα και αν χρειαστεί να πεθάνουν γι’ αυτό, είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσέφεραν οι μετανάστες χωρίς χαρτιά στην Ελλάδα. Αντιστεκόμενοι στο γεγονός ότι δε θεωρούνται άνθρωποι, γίνονται ελεύθεροι και μάχονται για την τιμή των Ελλήνων ενάντια στην αδικία της κυβέρνησής τους».

Κώστας Δουζίνας,

αντιπρύτανης και διευθυντής του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών

του Μπίρμπεκ, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου

Guardian, 28/2/2011

Πορεία αλληλεγγύης Παρασκευή 11 Μάρτη

(Μουσείο, 6:00μμ)

Ιστοσελίδες για την απεργία πείνας:

Αθήνα: http://hungerstrike300.espivblogs.net/

Θεσσαλονίκη:  http://allilmap.wordpress.com/


[1] Θανάσης Βαλτινός, Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, Εκδόσεις  Άγρα, Αθήνα 1993. Ο Α. Κορποδάτης ζούσε, το 1962, στη Δάρα Μαντινείας. Τότε κόντευε 95 χρόνων. Αυτό είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του

[2] Συζητώντας με τη Λίντα. Μια Αλβανίδα μετανάστρια μιλάει για τη ζωή της, επιμ. Ελένη Συρίγου-Ρήγου, Εκδόσεις Ανοιχτά Σύνορα-Δίκτυο Κοινωνικής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών, Αθήνα 2000.

[3] Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης, Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: