Εσείς μιλάτε για κέρδη και ζημιές, εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές

Μαΐου 12, 2010 at 7:28 μμ (Αττικής, Εργατικά, Τράπεζες)

Στις ημέρες που ακολούθησαν την απεργιακή πορεία της 5ης Μαΐου κυριάρχησε το νοσηρό παιχνίδι της διαχείρισης της ενοχής για τον τραγικό θάνατο από ασφυξία των τριών συναδέλφων μας στο κτίριο της Marfin Bank στη Σταδίου.

Το γεγονός προβλήθηκε από τα ΜΜΕ όσο η συγκινησιακή φόρτιση μπορούσε να συντηρηθεί κι έγινε και θέμα στη Βουλή, με την κυβέρνηση και τις πολιτικές δυνάμεις να ασχολούνται με αυτό τόσο όσο χρειαζόταν για να βγάλει ο καθένας ό,τι ήθελε απ’ αυτό.

Η συνέχεια ήταν η συνήθης. Δικαιολογίες να διαρρέουν για «μικρές» καθυστερήσεις ενεργοποίησης του μηχανισμού διάσωσης («τα οχήματα ήρθαν από μακριά», «δεν ήταν γνωστό το μέγεθος του προβλήματος» -λες και οι κάμερες διαχείρισης της τροχαίας και της αστυνομίας που κατέγραφαν τους διαδηλωτές δεν κατέγραφαν και τη φωτιά). Καταδικαστικές δηλώσεις. Εκφράσεις «συμπάθειας». Απαίτηση για παραδειγματική τιμωρία των αυτουργών. Και κατόπιν, το θέμα έφυγε από το προσκήνιο.

Το αστυνομικό κομμάτι της ιστορίας όμως, αφορά τις αρχές. Είναι σοβαρό, είναι κρίσιμο, αλλά το να καλεί κανείς τους υπεύθυνους να ασχοληθούν με αυτό, είναι σαν να παραβιάζει ανοιχτές θύρες. Το να μένουν οι αναφορές στην υπόθεση των τριών σ’ αυτό το σκέλος είναι ένας εύκολος τρόπος για να μη λέγεται τίποτα παραπάνω από τα αυτονόητα, για να δείχνουμε με το δάχτυλο έξω από τους χώρους εργασίας και τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτούς, για να μην αναζητούμε τελικά τους υπεύθυνους που καθορίζουν με οικονομικά κριτήρια το τι αρκεί ως «μέτρο ασφάλειας». Κι ως «ασφάλεια», στο σκεπτικό τους, δε νοείται αυτή των εργαζόμενων, αλλά των αξιόγραφων, των συμβάσεων, των μετρητών και όποιου άλλου πιο πολύτιμου αγαθού, για τον κόσμο των οικονομικών συμφερόντων, από την ίδια τη ζωή.

Το ζήτημα των μέτρων ασφάλειας –σε ό,τι αφορά τους εργαζόμενους- στους χώρους δουλειάς δεν είναι καινούριο φυσικά. Εργαζόμενοι πεθαίνουν και τραυματίζονται σχεδόν σε καθημερινή βάση* επειδή κάποιοι αρνούνται πεισματικά να διασφαλίσουν την ακεραιότητά τους γιατί αυτό «κοστίζει»: αυξάνει το κόστος παραγωγής, το οποίο πρέπει συνέχεια να μειώνεται. Κι από πού να μειωθεί; Από το κόστος της εργασίας, δηλαδή τους μισθούς και τα μέτρα ασφάλειας. Υπάρχει βέβαια το κράτος κι οι μηχανισμοί του. Που ελέγχουν αν τηρούνται κανονισμοί και ρυθμίσεις. Επειδή όμως υπάρχει ένας βαθμός «κατανόησης» σε ό,τι αφορά την «εύρυθμη λειτουργία της αγοράς», κάποιοι κάνουν τα στραβά μάτια, με αποτέλεσμα να μη βλέπουν καλά.

Απ’ την άλλη, οι εργαζόμενοι, συνεχίζουν να δουλεύουν σε συνθήκες απαράδεκτες, γνωρίζοντας, πολλές φορές, τον κίνδυνο, γιατί πολύ απλά δεν έχουν άλλη επιλογή. Ή θα δουλέψουν έτσι ή δε θα δουλέψουν καθόλου. Σε εποχές δύσκολες, με την υποχώρηση των αγώνων, την απώλεια δύναμης και αξιοπιστίας του συνδικαλιστικού κινήματος, το ζήτημα της δουλειάς μετατρέπεται τελικά σε «ζωής και θανάτου», και επαφίεται στον καθένα, ανάλογα με το πόσο μπορεί να σηκώσει οικονομικά την αξιοπρέπειά του, να πει το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα.

Αυτά τα ξέραμε όμως. Ξέραμε ότι, όσο κι αν οι σχετικές ειδήσεις περνάνε στα «ψιλά» των εφημερίδων, εργαζόμενοι πεθαίνουν στους χώρους εργασίας και, παρά τις ευθύνες που υπάρχουν, οι θάνατοι αυτοί καταγράφονται σαν «εργατικά ατυχήματα». Με την ευθύνη να μεταφέρεται τελικά στον ίδιο το νεκρό –πλέον- εργαζόμενο που, την κρίσιμη στιγμή, έκανε μια «λάθος κίνηση», και να μην αγγίζει τον επιχειρηματία, το διοικητή, τον εργολάβο, και φυσικά ποτέ να μην πλησιάζει καν το κράτος και τους μηχανισμούς του που ήταν απόντες όταν έπρεπε για να διασφαλίσουν την τήρηση κανόνων που θα προλάβαιναν το κακό.

Αυτή τη φορά, το κακό δε συνέβη σε ένα εργοτάξιο χαμένο σε μια βιομηχανική ζώνη ή ένα αμπάρι πλοίου σε μια ναυπηγοεπισκευαστική. Συνέβη σε έναν –κατά τα άλλα- «εκλεπτυσμένο» χώρο εργασίας, με γραφεία, υπολογιστές και κλιματισμό, διαμορφωμένο με όρους επιχειρησιακού ντιζάιν. Κι αν κάτι ανέδειξε είναι ότι, τελικά, η λογική που διέπει τις συνθήκες ασφάλειας, ανεξαρτήτως εργασιακού περιβάλλοντος, είναι μία: αποτελούν ένα κόστος προς αποφυγήν.

«H οικογένεια της Marfin θρηνεί»

Το κόστος αποφεύχθηκε. Το κακό έγινε.

Είναι τουλάχιστον τραγελαφικό το παρακάτω απόσπασμα από την ανακοίνωση της διοίκησης της Marfin: «Οι αυτουργοί μακάρι να συλληφθούν και να τιμωρηθούν. Την μεγαλύτερη ευθύνη όμως έχουν οι ηθικοί αυτουργοί που δυστυχώς δεν θα τιμωρηθούν ποτέ», όπου σαν ηθικοί αυτουργοί εννοούνται οι πάντες πλην της ίδιας. Σε αυτούς δε, σπεύδει να συμπεριλάβει μέχρι και την ΟΤΟΕ: «Σε σημερινή της ανακοίνωση η ΟΤΟΕ αφιέρωσε τρεις μόνον γραμμές εναντίον των απάνθρωπων δολοφόνων και όλο το υπόλοιπο κείμενο εναντίον της «κακιάς εργοδοσίας» για δήθεν έλλειψη μέτρων ασφαλείας. Προφανώς έκανε πραγματογνωμοσύνη, ολοκλήρωσε την δέουσα έρευνα, έβγαλε πόρισμα και προχώρησε σε καταδικαστική απόφαση. Ντροπή!».

Είναι τουλάχιστον απαράδεκτη η εικόνα που παρουσίαζε ο πρόεδρος της επιχείρησης κατά την επίσκεψή του στο κατάστημα της οδού Σταδίου. Οι πληρωμένοι κονδυλοφόροι του ομίλου του τον περιέγραφαν «συντετριμμένο», αλλά τα βίντεο που τράβηξαν οι διαδηλωτές δείχνουν την προκλητική συμπεριφορά του, να ειρωνεύεται και να κάνει χειρονομίες στο πλήθος που τον αποδοκίμαζε (http://www.youtube.com/watch?v=CXpxE-RpFAc και http://www.youtube.com/watch?v=lqfsSnBTR1E).

Είναι τουλάχιστον εξοργιστική η αναντιστοιχία ανάμεσα στα μέτρα ασφαλείας που λήφθηκαν στις δύο περιπτώσεις. Κατά την προσέλευση του Α. Βγενόπουλου στο κτίριο, διμοιρίες των ΜΑΤ, μοτοσικλετιστές της αστυνομίας και πληθώρα μπράβων. Για τους υπαλλήλους του, αρκούσε η «ασφάλεια» μιας κλειδωμένης πόρτας για να μη διαφύγουν όχι από τη φωτιά, αλλά από τη δουλειά.

Ούτε η διοίκηση, ούτε ο πρόεδρος βέβαια, δεν μπήκαν στο κόπο να απαντήσουν σε εύλογα ερωτήματα: Ποιος επέλεξε ένα νεοκλασικό κτίριο που διέπεται από ειδικό καθεστώς (αυτή τουλάχιστον ήταν η δικαιολογία που ακούστηκε για την έλλειψη μέτρων ασφάλειας); Οι εργαζόμενοι πήγαν στη δουλειά και παρέμειναν και μετά την έναρξη της πορείας, την ίδια ώρα που κεντρικά καταστήματα άλλων τραπεζών έκλειναν, «οικειοθελώς»; «Βρίσκονταν ευσυνείδητα στο χώρο της δουλειάς τους», όπως δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, ή χρησιμοποιήθηκαν σαν ανθρώπινες ασπίδες για την ασφάλεια ενός κτιρίου χωρίς υποδομή ασφάλειας;

Από εκεί και πέρα ακολουθεί η γνωστή διαδρομή της συγκάλυψης. Οι τραυματίες συνάδελφοι μεταφέρθηκαν από το Γενικό Κρατικό στο νοσοκομείο (συμφερόντων της Marfin) “Υγεία” και από εκεί φυγαδεύτηκαν κρυφά για να μην έλθουν σε επαφή με τους εκπροσώπους του τύπου, για να μην προλάβουν να μιλήσουν για τις συνθήκες που τους κράτησαν στο κατάστημα εκείνη τη μέρα (και όλες τις άλλες μέρες απεργίας), για να μη μάθει κανείς ούτε καν την ακριβή κατάσταση της υγείας τους. Η επιχείρηση «κλείδωσε» για μια ακόμα φορά την πόρτα: το ζήτημα θα παραμείνει στο εσωτερικό της και προς τα έξω θα βγει ό,τι αποφασίσουν οι σύμβουλοι επικοινωνίας της. Κάποιες αποζημιώσεις κάτω από το τραπέζι (ίσως…) και οι ευθύνες, ως συνήθως θα μείνουν αναπόδοτες (όπως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις, Ρικομέξ, Σωληνουργεία Κορίνθου, Πετρόλα, ναυπηγεία Περάματος, κ.α.).

Για να μη θρηνήσουν άλλες οικογένειες

Προφανώς, και πριν την 5η Μαΐου μας απασχολούσε όλους και όλες το πρόβλημα της δουλειάς πίσω από κατεβασμένα ρολά, της έλλειψης μηχανισμών αυτόματης πυρόσβεσης, της απουσίας εξόδων κινδύνου (που, σε ό,τι αφορά τα καταστήματα, μετά την τοποθέτηση των θυρών με χρονοκαθυστέρηση, αποτελούν τη μία και μόνη έξοδο, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης), της στατικής επάρκειας των κτιρίων, των υλικών κατασκευής τους, κ.α.. Ή ιδέες τεχνοκρατών του χρηματοπιστωτικού τομέα, όπως η εφαρμοζόμενη ήδη σε μεγάλη τράπεζα, στα κεντρικά κτίρια διοίκησης της οποίας έχουν τοποθετηθεί σε κάθε όροφο πόρτες ασφαλείας με κάμερες, όπου η διέλευση επιτρέπεται μόνο με μαγνητική κάρτα. Μετά τη 5η Μαΐου όμως, τα ζητήματα αυτά μπήκαν επιτακτικά. Για πόσο όμως;

Αν θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή τη μνήμη των τριών συναδέλφων, των τριών –πιο- δικών μας νεκρών, θα πρέπει να μας απασχολήσουν σοβαρά τα μέτρα ασφάλειας. Αυτά που εκείνοι δεν είχαν στο χώρο δουλειάς τους, στο, κατά τα άλλα, ωραίο περιβάλλον ενός νεοκλασικού κτιρίου στο κέντρο της Αθήνας. Μέτρα που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους, αλλά και τη διάσωση όλων των εργαζομένων χωρίς πανικό και κινήσεις απελπισίας, που οδήγησαν, σε ό,τι αφορά τους ζωντανούς, σε τραυματισμούς και σε τραύματα ψυχικά που θα τους συνοδεύουν από δω και πέρα.

Το ζήτημα δεν μπορεί να τίθεται μόνο μετά από ένα τραγικό γεγονός και να ξεχνιέται μετά. Δεν μπορεί να χρειάζεται μια ενέργεια που γίνεται με δόλο ή ένα τυχαίο συμβάν, ένας σεισμός (φαινόμενο συχνό άλλωστε σε μια σεισμογενή χώρα), μια φωτιά από απροσεξία ή οτιδήποτε άλλο, με το κριτήριο για τη σοβαρότητα του θέματος να είναι η ύπαρξη θυμάτων. Αυτό που προέχει είναι η εξάλειψη του κινδύνου για τις ζωές των εργαζομένων και –φυσικά- των πελατών.

Τις μέρες αυτές ακούστηκαν πολλά. Κυρίως όμως, μεταδόθηκε ψευδώς από μέσα ενημέρωσης η πληροφορία ότι οι τράπεζες δεν είναι υποχρεωμένες να έχουν συστήματα πυροπροστασίας στις εγκαταστάσεις τους. Η πραγματικότητα είναι ότι οι τράπεζες υπόκεινται στη νομοθεσία πυροπροστασίας που διέπει όλους τους χώρους συνάθροισης κοινού, δηλαδή  το άρθρο 10 του Προεδρικού Διατάγματος 71/1988 για κτίρια που κατασκευάσθηκαν μετά από την ημερομηνία αυτή και την Πυροσβεστική Διάταξη 3/1981 για τα προγενέστερα (επισυνάπτουμε τις δύο αυτές διατάξεις για να μπορεί καθένας και καθεμία να δει και να συγκρίνει αν τα όσα προβλέπει η νομοθεσία για την παροχή πιστοποιητικού πυρασφάλειας για τις τράπεζες είναι αυτά που ισχύουν και στην πραγματικότητα στο χώρο όπου εργάζεται). Σε ότι αφορά την εικόνα που έχουμε από δικά μας κτίρια δικτύου και διοίκησης:

–    Υπάρχουν (και αν ναι, λειτουργούν) οι δύο (τουλάχιστον) έξοδοι κινδύνου με τις απαιτούμενες διαστάσεις σε κάθε κτίριο;

–    Υπάρχουν αντίστοιχες οδεύσεις διαφυγής προς τις εξόδους αυτές που να πληρούν τις προδιαγραφές που περιγράφονται;

–    Είναι όλα τα κτίρια κατασκευασμένα από υλικά που πληρούν τις οριζόμενες απαιτήσεις πυραντίστασης;

–    Υπάρχει αυτόματο σύστημα καταιόνησης όπου προβλέπεται;

–    Έχουν εκπονηθεί σχέδια εγκατάλειψης κτιρίου με εκπαίδευση / συμμετοχή στις δοκιμές του σεναρίου όλου του προσωπικού της Τράπεζας;

–    Και κάτι πιο ειδικό: Είναι άραγε η είσπραξη της επιδότησης των σεμιναρίων από τον ΟΑΕΔ πιο σημαντική από την ασφάλεια των συμμετεχόντων;

Η ανάδειξη του προβλήματος είναι η μία μας υποχρέωση. Η δεύτερη είναι η συνεχής επαγρύπνηση για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας. Ανεξαρτήτως των προτεραιοτήτων της εργοδοσίας και της κάθε διοίκησης. Ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης «αμέλειας» των κρατικών μηχανισμών ελέγχου. Το πόσο κάποιοι κοστολογούν τις ζωές μας, φάνηκε ξεκάθαρα την 5η Μαΐου. Το θέμα είναι πόσο τις κοστολογούμε εμείς.


*Θάνατοι μόνο τον τελευταίο μήνα:

05-04-2010: Εργαζόμενος νεκρός σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας της εταιρείας Νηρέας στον Αστακό

09-04-2010: Οικοδόμος νεκρός στη Βάρη

20-04-2010: Δημοτικός υπάλληλος νεκρός στα Τρίκαλα

24-04-2010: Οδηγός φορτηγού-ψυγείου νεκρός σε χώρο φορτοεκφόρτωσης στην Πάτρα

30-04-2010: Οικοδόμος νεκρός στην Ορεστιάδα

30-04-2010: Εργαζόμενος νεκρός σε μηχανουργείο στο Αιγάλεω

30-04-2010: Εργαζόμενος νεκρός σε χωματουργικά έργα στην Παιανία

08-05-2010: Εργαζόμενος νεκρός κατά τη διάρκεια εργασιών στην περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: