Για τα νέα μέτρα

Μαρτίου 3, 2010 at 3:51 μμ (Αττικής, Εργατικά)

“Συγκινούμαι ειλικρινά όταν άνθρωποι του μόχθου με πιάνουν στο δρόμο και μου λένε ότι είναι έτοιμοι να θυσιάσουν το μισθό τους για την πατρίδα

Γ. Παπανδρέου

«Δεν ζητάω να πουν ακριβώς τι πρόκειται να συμβεί, όμως, πρέπει να δώσουμε στις αγορές τις διαβεβαιώσεις ότι πράγματι δουλεύουμε προς ένα πιθανό όργανο, ώστε να μην χρειαστεί να το χρησιμοποιήσουμε. Το καλύτερο αποτρεπτικό είναι αυτό που βάζεις στο τραπέζι για να το δουν όλοι, και αυτό που ποτέ δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις. Αυτό είναι που ψάχνουν οι αγορές»

Γ. Παπακωνσταντίνου

Μέσα από τη συνεχή τρομοκρατία που ασκείται μέσω των ΜΜΕ το τελευταίο διάστημα περί του χρέους «μας», οι μοντέρνοι ηθικολόγοι, οι ιεροκήρυκες του λόγου του κεφαλαίου προσπαθούν βίαια να μας πείσουν, εμάς τους «οφειλέτες», πως για να εξοφλήσουμε το χρέος «μας» στους δανειστές «μας» οφείλουμε να σηκώσουμε το σταυρό του μαρτυρίου των θυσιών, να δηλώσουμε πίστη στην ορθοδοξία του Συμφώνου Σταθερότητας και γεμάτοι δέος να προσδοκούμε το πλήρωμα του χρόνου που θα φέρει τη μετα-ελλειμματική ζωή (γνωστή παλαιότερα με την ποιητικότερη έκφραση «φως στην άκρη του τούνελ»). Η καλλιέργεια στην κοινωνία ενός αισθήματος συλλογικής ευθύνης για το δημοσιονομικό έλλειμμα – που φαίνεται να αποδίδει σε κάποιο βαθμό, αν πιστέψουμε τις τελευταίες δημοσκοπήσεις σύμφωνα με τις οποίες εμφανίζεται ένα παράδοξο φαινόμενο: η πλειοψηφία των ερωτηθέντων αποδέχεται ως αναγκαία χειρότερα μέτρα από αυτά που αποδοκίμαζε στις αντίστοιχες προεκλογικές έρευνες αλλά και με την ψήφο της, θυσιάζοντας τις ελπίδες της για ανάκαμψη μέσω «νοικοκυρέματος» του κράτους κι όχι περικοπών στους μισθούς. Βεβαίως, τα υψηλά ποσοστά αποδοχής αφορούν μέτρα που αγγίζουν τους «προνομιούχους» και «μισητούς» δημοσίους υπαλλήλους, ως εάν να μην πρόκειται αυτά να συμπαρασύρουν την κατάσταση στον ιδιωτικό τομέα. Μέσα από τη δημιουργία μιας αίσθησης πανικού και κατάστασης έκτακτης ανάγκης επιδιώκεται η μετατροπή της Ελλάδας σε εργαστήριο εφαρμογής μιας νέας πολιτικής σοκ. Αυτό αντανακλά όχι μόνο την όξυνση της παγκόσμιας κρίσης και την ιδιαιτερότητα της εκδίπλωσής της στην Ελλάδα αλλά και την καταλυτική επίδραση της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008, που, εντείνοντας την απονομιμοποίηση της προηγούμενης κυβέρνησης, κατέστησε δύσκολη για το διάστημα που την ακολούθησε τη λήψη των αναγκαίων για το κεφάλαιο μέτρων. Τώρα που κρίνουν ότι η συγκυρία ευνοεί το τελικό «ξεκαθάρισμα» προχωρούν σε:

  • Αύξηση των έμμεσων φόρων (αύξηση της φορολογίας σε καύσιμα, ποτά, τσιγάρα, εξαγγελίες για αύξηση του Φ.Π.Α.)
  • Αναδιάρθρωση της άμεσης φορολογίας με επιβάρυνση των εργαζομένων ενώ όλα αυτά τα χρόνια η φορολογία των κερδών των επιχειρήσεων μειώνεται
  • Ασφαλιστική «μεταρρύθμιση» με αντικατάσταση της κοινωνικής από την ανταποδοτική ασφάλιση που οδηγεί σε μείωση των συντάξεων και αύξηση των ορίων ηλικίας
  • Απελευθέρωση απολύσεων
  • Επίθεση στους «απαράδεκτα υψηλούς» -για το κεφάλαιο- μισθούς του δημόσιου τομέα μέσα από την περικοπή των επιδομάτων, των υπερωριών και την επαπειλούμενη κατάργηση του 14ου και του 13ου μισθού. Είναι δε δεδομένο ότι η μείωση των μισθών στο δημόσιο τομέα πολύ γρήγορα θα μεταφραστεί σε αντίστοιχη και πιθανότατα ακόμα μεγαλύτερη συμπίεση των μισθών (πόσο μάλλον σε επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων) στον ιδιωτικό τομέα και σίγουρα και στο δικό μας κλάδο, ο οποίος σύμφωνα τόσο με τους πολιτικούς όσο και με τις πληρωμένες πένες της καθεστωτικής δημοσιογραφίας ανήκει στα «ρετιρέ» και στους «προνομιούχους».

Η ολομέτωπη αυτή επίθεση χρειάζεται να νομιμοποιηθεί στη συνείδησή μας. Για να δουλέψουμε περισσότερο για λιγότερα θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι υπηρετούμε κάτι που μας υπερβαίνει, κάτι που απαιτεί από εμάς θυσίες. Η αιτία της κρίσης αποδίδεται σε ένα σχεδόν μεταφυσικό αλλά αναπόδραστο κόσμο αγορών, στατιστικών, οίκων αξιολόγησης, κερδοσκόπων και πάει λέγοντας. Τώρα πέφτει στο τραπέζι το ισχυρό χαρτί της «εθνικής ενότητας». Σε περιόδους κρίσης, οι εταίροι μετατρέπονται ως δια μαγείας σε άνωθεν εντολείς και αντιπάλους, εξωτερικούς εχθρούς που επιβουλεύονται το συμφέρον της χώρας. Το ενοποιημένο ευρωπαϊκό χωριό που ζει αρμονικά και συναποφασίζει δημοκρατικά διαλύεται μέσα στο ιδεολόγημα της υπεράσπισης της πατρίδας. Με λίγα λόγια προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρόκειται για «εθνική προσπάθεια», ότι δηλαδή δε θα δουλεύουμε πλέον –κι επιπλέον- για τους εργοδότες μας αλλά «για το καλό της πατρίδας».

Όπως διαμορφώνονται τα πράγματα, την κατασκευή συναίνεσης για τα οικονομικά μέτρα πρέπει να συνοδεύσει και η επιχείρηση επιβολής της καταστολής ως αναγκαιότητα, την οποία η ίδια η κοινωνία, πρέπει να απαιτεί. Με την κατάλληλη επικοινωνιακή διαχείριση και τη διόγκωση της (μικρής ή μεγάλης) παραβατικότητας, η εγκληματικότητα (ή «ανομία» σύμφωνα με τους νεολογισμούς της σημερινής κυβέρνησης) επανέρχεται από το παράθυρο σαν το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, λίγο πιο κάτω ίσως από την οικονομία [την εθνική, όχι αυτή που καθημερινά βιώνουν οι πραγματικοί άνθρωποι στις πραγματικές ζωές τους], ενώ και πάλι προ εκλογών τα ζητήματα «ασφάλειας» δεν απασχολούσαν ούτε καν αυτούς που τα επικαλούνται σήμερα. Οι «επιτυχημένες» επιχειρήσεις της αστυνομίας, που δικαιολογούν και «παράπλευρες απώλειες» όπως η πρόσφατη δολοφονία του άτυχου Nicola Toddi με εννιά σφαίρες στην πλάτη στο Βύρωνα, είναι χαρακτηριστικό δείγμα γραφής. Η κρατική εξουσία, προκειμένου να αναχαιτίσει τον κοινωνικό θυμό και τη δυσαρέσκεια, επενδύει στο διαχρονικά αποτελεσματικότερο παράγοντα ελέγχου και χειραγώγησης της κοινωνίας, δηλαδή το φόβο, εντείνοντας παράλληλα, παντού και πάντα, την αστυνομική παρουσία, όχι για την αντιμετώπιση μιας εγκληματικότητας, της οποίας οι δείκτες είναι από τους χαμηλότερους στην ΕΕ και σταθεροί την τελευταία εικοσαετία, αλλά την ενδεχόμενη έκφραση μιας κοινωνικής δυσαρέσκειας που δε θα συνάδει με την «εθνική προσπάθεια».

Η μαζικότητα και η δυναμική της απεργιακής συγκέντρωσης της 24ης Φλεβάρη και της πορείας που ακολούθησε, ήδη έδειξαν ότι υπάρχει η διάθεση στον κόσμο της εργασίας να ορθωθούν αντιστάσεις μπροστά στην επίθεση του κεφαλαίου. Το αν το συνδικαλιστικό κίνημα θα μπορέσει να συγκροτηθεί και να διεξάγει έναν αποτελεσματικό αγώνα είναι ένα στοίχημα για όλους και όλες μας.

Και στα καθ’ ημάς

Όσον αφορά τις δυσμενείς εξελίξεις σχετικά με τον οικοδομικό συνεταιρισμό, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την πρώτη ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας (Μάρτιος 2008): «Η υπόθεση του ΛΑΚ, για παράδειγμα, βρίσκεται στα χέρια του νομικού μας επιτελείου, το ήθος και την επιστημονική επάρκεια του οποίου κανένας δεν αμφισβητεί. Είναι όμως μια υπόθεση που θα έπρεπε να βρίσκεται και στα δικά μας χέρια. Είναι ένα ζήτημα εργασιακό και κοινωνικό που αφορά βασικούς όρους με τους οποίους μπήκαμε και εργαζόμαστε για την Τράπεζα. Τα ασφαλιστικά μέτρα έρχονται να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στη συλλογική δράση, δεν μπορούν να την υποκαταστήσουν. Η εγκατάλειψη κάθε άλλης μορφής δράσης και ο περιορισμός της υπόθεσης σε ένα αποκλειστικά και μόνο νομικό ζήτημα, η μετατροπή της δηλαδή σε μια καθαρά δικαστική διαμάχη, λες και πρόκειται π.χ. για κληρονομικές διαφορές, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι κάνει καλό στην υπόθεσή μας. Εκτός από το ότι απαλλάσσει από ένα διεκδικητικό αγώνα εκείνους που δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος του.». Η επαλήθευση των παραπάνω δεν είναι κάτι που μας χαροποιεί. Η εξέλιξη αυτή ωστόσο δεν είναι κάτι εντελώς απρόβλεπτο: όταν το συνδικαλιστικό κίνημα αποποιείται το ρόλο και την υπόστασή του και περιορίζεται στη διαβίβαση νομικών εγγράφων, περιμένοντας τη δικαίωση των αιτημάτων του αποκλειστικά από τη δικαστική εξουσία, η οποία δεν είναι δα και εντελώς ανεξάρτητη από την αντίστοιχη πολιτική και οικονομική εξουσία, ορισμένα πράγματα είναι αναμενόμενα.

Άλλωστε ούτε η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι ανεξάρτητη από την πολιτική και οικονομική εξουσία, ίσα-ίσα που μέσα από τη συνδιαλλαγή και την αρμονική συνύπαρξη με αυτές εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της και τη διαιώνιση των όποιων προνομίων της. Στους συνάδελφους/ισσες των κεντρικών κτιρίων της Διοίκησης άλλωστε έχει μείνει μια εικόνα: το πώς προεκλογικά το προεδρείο του Συλλόγου συνόδευε, σε ρόλο παρατρεχάμενου, υποψήφιους (τότε) βουλευτές που μοίραζαν ψεύτικα χαμόγελα και στημένες χειραψίες. Τώρα που χρειάζεται να αντιπαρατεθεί μαζί τους, εύλογο είναι το να μην το κάνει και με ιδιαίτερη θέρμη.

Η στάση του προεδρείου του Σ.Υ.Τ.Α. σε ό,τι αφορά την απεργιακή κινητοποίηση της 24ης Φλεβάρη ήταν παραπάνω από χαρακτηριστική. Τις συνήθεις πομπώδεις φανφάρες («δίνουμε βροντερό παρών», «με μια φωνή και μια γροθιά» κλπ) των ανακοινώσεων, ακολούθησε ως συνήθως η πλήρης εγκατάλειψη, σε βαθμό υπονόμευσης, της απεργίας. Στις αναμενόμενες ασφυκτικές πιέσεις ανώτερων διοικητικών στελεχών που στη συνέχεια διοχετεύθηκαν μέσω (κάποιων) Διευθυντών Δικτύου και Διοίκησης προς τους υπαλλήλους, καμία αντίδραση δεν υπήρξε και αφέθηκε ο/η κάθε εργαζόμενος/η ξεχωριστά να τα βγάλει περά μόνος/η του. Η μηνιαία συνεδρίαση του Δ.Σ. του Συλλόγου ορίστηκε για την επόμενη ημέρα της απεργίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι καμία παρέμβαση και καμία κινητοποίηση δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς να χρειαστεί και να απορρίψουν κάποια σχετική πρόταση (όπως κατ’ επανάληψη έχει συμβεί με ανάλογες προτάσεις μας σε προηγούμενες συνεδριάσεις ενόψει επικείμενων απεργιών), για να ακολουθήσει στη συνέχεια το γνωστό τροπάριο περί «αδιάφορων» εργαζομένων που δεν απεργούν επειδή «νοιάζονται μόνο για την πάρτη τους».

Αντίστοιχη αδράνεια επιδεικνύεται και στις πραξικοπηματικές κινήσεις κάποιων άλλων «συνδικαλιστών» (και πιο συγκεκριμένα των προεδρείων των Συλλόγων της ALPHA, της EUROBANK, της MARFIN και της Εθνοκάρτας) για διάλυση του ΤΑΠΙΛΤΑΤ και ένταξή του στο θνησιγενές ΕΤΑΤ, μεθοδεύσεις που έχουμε ήδη καταγγείλει σε διαδοχικές συνεδριάσεις του Δ.Σ. το Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο χωρίς να έχει ακολουθήσει καμία αντίδραση έκτοτε. Ανάλογο πέπλο σιωπής έχει πέσει και για τις παλινωδίες και υπαναχωρήσεις του Υπουργού Απασχόλησης κατά την τοποθέτησή του σε επερώτηση σχετική με τις συντάξεις του Λ.Α.Κ., στην οποία φαίνεται να λησμονεί τις ίδιες τις παλαιότερες γνωμοδοτήσεις του για την αντισυνταγματικότητα των νόμων 3371/2005 και 3620/2007.

Για να μην είμαστε όμως και άδικοι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή την περίοδο υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και πιο συγκεκριμένα η χοροεσπερίδα που «επιβάλλεται να στεφθεί με απόλυτη επιτυχία». Τον αγωνιστικό οίστρο των ανακοινώσεων με την παράθεση στίχων του Σιδηρόπουλου (του Άσιμου, του Μπρεχτ κλπ) θα ακολουθήσει το αγωνιστικό ξεχαρμάνιασμα με λουλουδοπόλεμο στην Πέγκυ Ζήνα, όπου και θα εορτασθούν τα νέα μέτρα. Αν δε μέχρι τότε έχει ανακοινωθεί και νέος πρόεδρος για την Τράπεζα και τυχαίνει να είναι το ανώτατο διοικητικό στέλεχος που προωθεί με όλες του τις δυνάμεις το προεδρείο του Σ.Υ.Τ.Α. (καθότι μεταξύ άλλων είναι και «άξιο και ισότιμο μέλος του συνδικάτου») τότε είναι που θα στενάξουν οι πίστες.

«Κalo kouragio»

Όλι Ρεν, κοινοτικός επίτροπος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: